Γράφει η Ρίκα Θωμάκου
Για να καταδείξουμε το πως επιβεβαιώνει η ιστορία το γνωμικό του Πλουτάρχου, ας θυμηθούμε δυο ιστορικά γεγονότα που συνέβησαν στην πραγματικά Δημοκρατική Αθήνα του 5 ου π.Χ. Αιώνα, τότε που το Φρόνημα των Ελλήνων συνέτριψε τα στίφη των βαρβάρων και ταυτόχρονα δημιούργησε τον μοναδικό «Χρυσούν Αιώνα».
Γεγονός πρώτο: Βρισκόμαστε στις αρχές του 479 π.Χ. και οι θριαμβευτές της Σαλαμίνας Αθηναίοι αντιμετωπίζουν την απειλή νέας εισβολής των Περσών (των οποίων ο στρατός είναι σχεδόν ανέπαφος) στην Αττική. Οι Αθηναίοι μόλις έχουν επιστρέψει στην πόλη τους και φυσικά έχουν βρει τα πάντα καμένα, λεηλατημένα, γκρεμισμένα. Ο Μαρδόνιος δράττεται της ευκαιρίας και στέλνει πρεσβεία με επικεφαλής τον Βασιλιά της Μακεδονίας Αλέξανδρο (τον Προπάππο του Μ. Αλεξάνδρου, ο οποίος «έπαιζε» θα λέγαμε τον ρόλο του διπλού κατασκόπου, αφού προσποιούταν ότι είχε μηδίσει, ενώ στην πραγματικότητα βοηθούσε τους Έλληνες). Ο Μαρδόνιος υπόσχεται τα «πάντα» στους Αθηναίους: Να ανοικοδομήσει την πόλη, άφθονο χρυσό, να τους κάνει αυτόνομους, να ελέγχουν όποια περιοχή της Ελλάδος θέλουν κλπ. Τους ζητάει ένα μόνο πράγμα: Να κάνουν ειρήνη με τους Πέρσες και να αναγνωρίσουν ως επικυρίαρχο τον μεγάλο βασιλέα, Ξέρξη. Ο Αριστείδης, ως «Στρατηγός Αυτοκράτωρ» (μετά από ψήφισμα της εκκλησίας του Δήμου) πριν απαντήσει καλεί και πρεσβεία των Σπαρτιατών, με μοναδικό σκοπό να τους δείξει ότι οι Αθηναίοι δεν συμβιβάζονται, αλλά πρέπει επιτέλους η παντοδύναμη πολεμική μηχανή των Λακεδαιμονίων να αρχίσει να «κινείται». Αφού μίλησε ο Αλέξανδρος, ο Αριστείδης ανεβαίνει στο βήμα και απαντά στους βαρβάρους: «Νυν τε απάγγελε Μαρδονίω ως Αθηναίοι λέγουσι, εστ’ αν ο ήλιος την αυτήν οδόν ίη τη περ και νυν έρχεται, μήποτε ομολογήσειν ημέας Ξερξη» (Ηρόδοτος «Ιστορίαι» Η, 143). Δηλαδή στα νέα Ελληνικά: «Και τώρα ανάγγειλε στον Μαρδόνιο, ότι όσον ο ήλιος ακολουθεί την ίδια πορεία, ουδέποτε εμείς θα συνθηκολογήσουμε με τον Ξέρξη». Και ο Αριστείδης συνεχίζει καθησυχάζοντας την πρεσβεία των Σπαρτιατών: «Ουκ έστι χρυσού τοσούτον πλήθος, ουθ’ υπέρ γην ουθ’ υπό γην, όσον Αθηναίοι δέξαιντο αν προ της των Ελλήνων Ελευθερίας» (Πλούταρχος «Αριστείδης») Την μεταφορά στην νέα Ελληνική την αφήνω σαν άσκηση σε όσους φρόντισαν να καταστρέψουν την Θεία γλώσσα μας.
Γεγονός δεύτερο, το οποίο καλά θα κάνουν να προσέξουν οι οσφυοκάμπτες, δουλοπρεπείς και εντολοδόχοι πολιτικάντηδες. Εξελίσσεται την ίδια περίοδο και με περίπου τους ίδιους πρωταγωνιστές: Καλοκαίρι του 479 π.Χ., ο Μαρδόνιος έχει για δεύτερη φορά καταλάβει και κατακαύσει την Αθήνα και οι Αθηναίοι βρίσκονται πάλι εξόριστοι, πεινασμένοι, άστεγοι, εξαθλιωμένοι στην Σαλαμίνα (όπου λειτουργεί και η Εκκλησία του Δήμου), στην Αίγινα, στην Τροιζήνα κλπ. Ο Μαρδόνιος σκέπτεται όπως οι σημερινοί επικεφαλής των παγκοσμιοποιητών. Νομίζει ότι αυτοί οι εξαθλιωμένοι μπορεί, εύκολα τώρα, να δελεαστούν από τον χρυσό του. Στέλνει πάλι πρεσβεία. Αφού μίλησαν οι πρέσβεις προς την Εκκλησία του Δήμου, υποσχόμενοι σχεδόν τα «πάντα», σηκώθηκε κάποιος βουλευτής – ανέκαθεν φαίνεται κάποιοι βουλευτές «έρεπαν» προς τον χρηματισμό και την εθνοπροδοσία – ονόματι Λυκίδης και είπε ότι κατά την γνώμη του: «συμφέρει να δεχτούν τις προτάσεις του Μαρδονίου» και εζήτησε να τεθεί το θέμα προς ψηφοφορία στην Εκκλησία. Οι παρευρισκόμενοι, σηκώθηκαν μονομιάς, περικύκλωσαν τον Λυκίδη και τον εφόνευσαν δια λιθοβολισμού. Αυτό ήταν το Φρόνημα των Ελλήνων και αυτή ήταν η πραγματική Δημοκρατία, που έκανε Μαραθώνες, Θερμοπύλες, Σαλαμίνες, Πλαταιές, και ταυτόχρονα δημιούργησε όλο αυτό το θαυμαστό οικοδόμημα που αποκαλούμε «Δυτικό Πολιτισμό».
Σήμερα, συχνά ακούμε ειδήσεις, σαν αυτή: «Τρεις αρχαίοι ελληνικοί ταφικοί θάλαμοι της Ύστερης Αρχαιότητας ανακαλύφθηκαν σε ελαιώνα στην δυτική επαρχία της Τουρκίας, την Προύσα, με τους ειδικούς να εικάζουν ότι η περιοχή ήταν αρχαίο ελληνικό νεκροταφείο. Το εντυπωσιακό είναι ότι το κάλυμμα των σαρκοφάγων, που ζυγίζει 7 κιλά, έχει πάνω μοναδικά ανάγλυφα του θεού Έρωτα.». Αυτή η είδηση μας δημιουργεί ανάμικτα συναισθήματα χαρμολύπης, αλλά σίγουρα μας ανεβάζει το Φρόνημα. Η γη μας πάλλεται. Βροντοφωνάζει: «Ο Ελληνισμός είναι εδώ!» Φυλάει στοργικά στα σπλάχνα της τα αθάνατα έργα του δικού μας πολιτισμού. Η γη της Μικράς Ασίας ανυπομονεί και στενάζει, που τα Άγια χώματά μας τα πατούν μιαρά πόδια βαρβάρων Μογγόλων. Μας καλεί! Δεν την ακούτε; Έλληνες! αφήστε λιγάκι στην άκρη το μυαλό και ακούστε το αίμα σας! Ναι έχει τον ίδιο γονότυπο με αυτό που έχει ποτίσει, για τα καλά, όλα αυτά τα χώματα. Αισθανθείτε ότι αυτά δεν είναι χώματα, αλλά η σκόνη από τα οστά των προγόνων μας! Σιγοψιθυρίστε μέσα από την καρδιά σας: «Πάλι με χρόνια με καιρούς, πάλι δικά μας θα ‘ναι»
Φυσικά δεν είναι μόνο ένα ταφικό μνημείο που βρέθηκε στη Μικρά Ασία. Υπάρχουν ευτυχώς εκατομμύρια μνημεία και γεγονότα από το ένδοξο παρελθόν μας, που και μόνο η ανάσυρσή τους από τη μνήμη μας μπορεί να μας ανεβάσει το Φρόνημα. Και αυτό το κείμενο δεν έχει τυχαία ως τίτλο το γνωμικό του Πλουτάρχου, αλλά τέθηκε σκόπιμα για να αναμοχλεύσει τη μνήμη μας. Μπορεί να βοηθήσει να συνειδητοποιήσουμε ότι για να μπορέσουμε εμείς οι Έλληνες να σταθούμε όρθιοι ανάμεσα στα ερείπια της ισοπεδωτικής πολυπολιτισμικότητας, που μας επιβάλλεται, θα πρέπει να πάψουμε να είμαστε απλώς “τοκογλύφοι” ενός ένδοξου παρελθόντος. Πρέπει κατανοώντας την μεγάλη Εθνική μας κληρονομιά να αντιληφθούμε και να αναλάβουμε τις ευθύνες μας απέναντι στο παρελθόν μας αλλά κυρίως απέναντι στα παιδιά μας, στο «Μέλλον» μας.



