Οι τελευταίες λέξεις του Γέρου του Μοριά

ThuThu-FebFeb-2021202120212021,

Μοιραστείτε το άρθρο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης

H τελευταία του κουβέντα ήταν αυτή προς το παιδί του τον Γενναίο: "σου αφήνω τόσους φίλους, όσα φύλλα έχουν τα κλαριά, και φρόντισε να τους φυλάξεις".

«Όταν αποφασήσαμε να κάμομε την Επανάσταση, δεν εσυλογισθήκαμε, ούτε πόσοι είμεθα, ούτε πως δεν έχομε άρματα, ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις, ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε: «Που πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα;», αλλά , ως μία βροχή, έπεσε σε όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και οι κληρικοί, και οι προεστοί, και οι καπεταναίοι, και οι πεπαιδευμένοι, και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση.» Θεόδωρος Κολοκοτρώνης Πνύκα 1838

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης γεννήθηκε στο Ραμαβούνι της Μεσσηνίας στις 3 Απριλίου 1770 καταγόταν από το Λιμποβίσι της Καρύταινας και πέρασε τα παιδικά του χρόνια στην Αλωνίσταινα της Αρκαδίας που ήταν τόπος καταγωγής της μητέρας του, Ζαμπία Κωτσάκη (εκεί κατέφυγαν οι δυο τους μετά τον θάνατο του πατέρα). Ο πατέρας του Θεόδωρου, Κωνσταντής Κολοκοτρώνης, πήρε μέρος στην ένοπλη εξέγερση η οποία υποκινήθηκε από την Αικατερίνη Β' της Ρωσίας το 1770 και σκοτώθηκε μαζί με δύο αδελφούς και τον φημισμένο Παναγιώταρο στον πύργο της Καστάνιτσας από τους Τούρκους. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης εισχώρησε στα σώματα των κλεφτών της Πελοποννήσου και στα 15 του έγινε καπετάνιος.

Το 1790 νυμφεύθηκε την Κατερίνα Καρούζου, κόρη προεστού του Λιονταριού. Αντιμετωπίζοντας συνεχώς με την οικογένεια του επιβουλές των Τούρκων, βρισκόταν «πάντοτε με το τουφέκι» και, αφού μετέφερε την οικογένεια του σε ασφαλέστερο μέρος της Μάνης, έγινε κλέφτης επικεφαλής εξήντα ανδρών. Όπως γράφει ο ίδιος, «εμείναμε δύο χρόνους κλέφτες. Έπειτα είδαν πως δεν μπορούν να μας κάνουν τίποτε και μας έβαλαν πάλι αρματολούς. Είχα το Λιοντάρι και την Καρύταινα, έκανα τέσσερις πέντε χρόνους αρματολός».

Η περίοδος αυτή υπήρξε αποφασιστική για τη μετέπειτα δράση του, που ουσιαστικά αρχίζει με τη μετάβαση του στη Ζάκυνθο. Προσπάθησε να πείσει τον αρχηγό των Ρωσικών στρατευμάτων που κατείχαν τότε τα Επτάνησα να αναλάβει επιχείρηση για την απελευθέρωση της Ελλάδας, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Επέστρεψε στην Πελοπόννησο στην περίοδο ακριβώς που είχε ενταθεί ο διωγμός των κλεφτών από τους Τούρκους και συγκρούστηκε επανειλημμένα μαζί τους ως την άνοιξη του 1806. Ξαναγύρισε στη Ζάκυνθο για να αποφύγει τη σύλληψη του, που είχε διατάξει ο πασάς της Πελοποννήσου. Εκεί τον συνάντησε «ο στρατηγός των Ρώσων Παπαδόπουλος και τον «έκραξε στους Κόρφους» για να του προτείνει να καταταχθεί στον Ρωσικό στρατό. Ο Κολοκοτρώνης απάντησε ότι δεν δέχεται, επειδή σκοπός του ήταν να «υπάγει πάλι εις τον Μορέα δια να εκδικηθεί τον θάνατον των συγγενών του και δια τας ζημίας όπου έλαβε». Στη συνέχεια, κατά την πληροφορία που παρέχει ο ίδιος, έμεινε «δέκα χρόνια χωρίς δούλευση».

Το καλοκαίρι του 1807 έλαβε μέρος στη σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε υπό τον Ιωάννη Καποδίστρια στη Λευκάδα για την αντιμετώπιση της απειλής του Αλή πασά εναντίον των νησιών, και όταν, κατά τη διάρκεια του Ρωσοτουρκικού πολέμου, το 1807, ναυτική Ρωσική μοίρα υπό τον ναύαρχο Σενιάβιν έπλευσε από την Κέρκυρα στο Αιγαίο για να εξεγείρει τους νησιώτες, ο Κολοκοτρώνης με το πλοίο του Γεωργίου Αλεξανδρή έλαβε μέρος επί δέκα μήνες σε καταδρομικές επιχειρήσεις εναντίον των Τούρκων στην περιοχή μεταξύ Σκιάθου και Αγίου Όρους. Κατά την επιστροφή του στη Ζάκυνθο κλήθηκε από τον πατρικό του φίλο Τουρκαλβανό Αλή Φαρμάκη, την άνοιξη του 1808, να τον βοηθήσει στη σύγκρουση του με τον Βέλη πασά, διοικητή της Πελοποννήσου. Μετά τη συνθηκολόγηση του Αλή Φαρμάκη, ο Κολοκοτρώνης γύρισε και πάλι στη Ζάκυνθο, όπου κατατάχθηκε στο Ελληνικό στρατιωτικό σώμα που είχαν οργανώσει οι Άγγλοι όταν κατέλαβαν το νησί, και, λίγο αργότερα, για τη δράση του εναντίον των Γάλλων, του απένειμαν τον βαθμό του ταγματάρχη. Υπηρέτησε στο σώμα αυτό ως τη διάλυση του, το 1817, και διαπίστωσε τότε πως «ό,τι κάμαμε θα το κάμαμε μονάχοι και δεν έχομε καμιά ελπίδα από τους ξένους. Ο Τσουρτς επήγε εις την Νεάπολη, έγινε εκεί στρατηγός, με επροσκάλεσε με δύο γράμματα του, και επειδή ήξερα την Εταιρείαν δεν εδέχθηκα, αλλά εκοίταζα πότε να βγούμε δια την πατρίδα μας».

Το 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και άρχισε να προετοιμάζει την Επανάσταση στην Πελοπόννησο γνωρίζοντας ότι η ημέρα έναρξης ήταν η 25 Μαρτίου. Βρέθηκε στην Καλαμάτα κατά την αναίμακτη κατάληψη της πόλης στις 23 Μαρτίου 1821 υπό τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και την πομπώδη δοξολογία. Την επομένη κινήθηκε προς Μεγαλόπολη με τον Νικηταρά και την 25 Μαρτίου το πρωί βρίσκονταν στον Κάμπο της Καρύταινας ή της Μεγαλόπολης. Ο Κολοκοτρώνης έμεινε στο χωριό Τετέμπεη ενώ ο Νικηταράς στα "πίσω χωριά" ή Σιαμπάζικα. Είχε οριστεί στις 25 Μαρτίου να βρίσκονται όλοι οι οπλαρχηγοί στις επαρχίες τους ώστε να κηρυχθεί η Επανάσταση, όπως και έγινε. Πρωταγωνίστησε σε πολλές στρατιωτικές επιχειρήσεις του αγώνα, όπως στη νίκη στο Βαλτέτσι (14 Μαΐου 1821), στην άλωση της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου 1821), στην καταστροφή της στρατιάς του Δράμαλη στα Δερβενάκια (26 Ιουλίου 1822), όπου διέσωσε τον Αγώνα στην Πελοπόννησο, αφού πρυτάνευσαν η ευφυΐα και η τόλμη του στρατηγικού του νου. Οι επιτυχίες αυτές τον ανέδειξαν σε αρχιστράτηγο της Πελοποννήσου. Στη διάρκεια του Εμφυλίου πολέμου πολλές φορές προσπάθησε να αμβλύνει τις αντιθέσεις ανάμεσα στους αντιπάλους, αλλά παρόλα αυτά δεν απέφυγε τη ρήξη. Μετά από ένοπλες συγκρούσεις, ο ίδιος και ο γιος του συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν στο Ναύπλιο.

Αξιοσημείωτη είναι η αναφορά του Κολοκοτρώνη στα απομνημονεύματά του σχετικά με την κατάληψη της Τριπολιτσάς:

Όταν έμβηκα εις την Τριπολιτσά, με έδειξαν τον Πλάτανο εις το παζάρι όπου εκρέμαγαν τους Έλληνας. Αναστέναξα και είπα: «Άιντε, πόσοι από το σόγι μου και από το έθνος μου εκρεμάσθηκαν εκεί», και διέταξα και το έκοψαν.

Στο μεταξύ, ο Ιμπραήμ πασάς, γιος του πασά της Αιγύπτου Μωχάμετ Αλί, τον Φεβρουάριο του 1825, αφού είχε καταστείλει την επανάσταση στην Κρήτη, αποβιβάστηκε με ισχυρές δυνάμεις στη Μεθώνη και προχωρούσε στο εσωτερικό της Πελοποννήσου. Η κυβέρνηση, που για την αντιμετώπιση του Ιμπραήμ είχε διορίσει αρχιστράτηγο τον Υδραίο ναυτικό Κυριάκο Σκούρτη, ύστερα από τις επιτυχίες των Τουρκοαιγυπτίων υποχρεώθηκε να χορηγήσει αμνηστία στις 18 Μαΐου στον Κολοκοτρώνη και να αναθέσει σε αυτόν και στον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη την αρχηγία των ελληνικών δυνάμεων. Ο Κολοκοτρώνης, με 6.000 άνδρες που μπόρεσε να συγκεντρώσει και με τη συνεργασία του Δημητρίου Υψηλάντη, του Μακρυγιάννη και άλλων οπλαρχηγών που δεν είχαν φθαρεί, αναλάμβανε δυσχερέστατο αγώνα. Παρά τις τοπικές επιτυχίες των Ελλήνων, ο Ιμπραήμ με υπέρτερο αριθμητικά και άριστα οργανωμένο στρατό επικράτησε στο σύνολο περίπου της Πελοποννήσου και, το φθινόπωρο του 1825, ελάχιστες περιοχές είχαν μείνει ελεύθερες. Ο Κολοκοτρώνης, εκτός από τη στρατιά του Ιμπραήμ, αντιμετώπιζε και την κάμψη του ηθικού των πληθυσμών, αλλά κατόρθωσε να τους εμψυχώσει και να αποτρέψει το «προσκύνημα». Στην πρόσκληση του Ιμπραήμ προς τους κατοίκους της Μεσσηνίας να εγκαταλείψουν τον αγώνα, ο Κολοκοτρώνης του απάντησε, όπως αναφέρει ο ίδιος στα Απομνημονεύματα του: «Πέτρα απάνω στην πέτρα να μη μείνει, εμείς δεν προσκυνούμε. Μόνον ένας Έλληνας να μείνει εμείς θα πολεμούμε και μην ελπίζεις πώς την γην μας θα την κάμεις δικήν σου».

Υπήρξε ένθερμος οπαδός της πολιτικής του Καποδίστρια και πρωτοστάτησε στα γεγονότα για την ενθρόνιση του Όθωνα. Το 1833, όμως, οι διαφωνίες του με την Αντιβασιλεία τον οδήγησαν, μαζί με άλλους αγωνιστές, πάλι στις φυλακές του Ιτς-Καλέ στο Ναύπλιο με την κατηγορία της εσχάτης προδοσίας και στις 25 Μαΐου 1834, μαζί με τον Πλαπούτα, καταδικάστηκε σε θάνατο. Έλαβε χάρη μετά την ενηλικίωση του Όθωνα το 1835, οπότε και ονομάστηκε στρατηγός και έλαβε το αξίωμα του «Συμβούλου της Επικρατείας». Στα τελευταία χρόνια της ζωής του ο Κολοκοτρώνης υπαγόρευσε στον Γεώργιο Τερτσέτη τα «Απομνημονεύματά» του, που κυκλοφόρησαν το 1851 με τον τίτλο Διήγησις συμβάντων της ελληνικής φυλής από τα 1770 έως τα 1836 και τα οποία αποτελούν πολύτιμη πηγή για την Ελληνική Επανάσταση.

Ο γέρος του Μοριά νεκρός

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης πέθανε στις 4 Φεβρουαρίου του 1843 από εγκεφαλικό επεισόδιο, επιστρέφοντας από γλέντι στα βασιλικά ανάκτορα.

“Την βραδιά του θανάτου του ήτο προσκεκλημένος στον Βασιλικό χορό του Παλατιού. Εκεί χόρεψε, έφαγε και ήπιε περισσότερο άπ' ότι συνήθιζε, ευτυχής καθώς ήταν, αφού προ δύο ήμερων είχε παντρέψει το μικρότερο παιδί του, τον Κωνσταντίνο (Κολίνο). Μετά τον χορό γύρισε σπίτι του, το όποιο βρισκόταν πολύ κοντά στα Παλάτι, την σημερινή Βουλή των Ελλήνων.

"Έπαθε αποπληξία κατά τον ύπνο, "κατά την 4η ώρα της νύκτας". Δεν μπορούσε να κουνηθεί ούτε να μιλήσει, και μετά Βίας ανέπνεε. Αν και ήρθαν οι καλύτεροι γιατροί της εποχής, δεν μπόρεσαν να κάνουν τίποτε περισσότερο απ' το να παρατείνουν τις στιγμές του. Τον φλεβοτόμησαν και του έβαλαν βδέλλες (αφαίμαξη), χιόνι στην κεφαλή, καταπλάσματα από σιναπόσπορο στα πόδια.

Ή τελευταία του κουβέντα ήταν αυτή προς το παιδί του τον Γενναίο: "σου αφήνω τόσους φίλους, όσα φύλλα έχουν τα κλαριά, και φρόντισε να τους φυλάξεις".

Πέθανε σε ηλικία 73 ετών και "ώρα 11η" πρωινή.”

ΠΗΓΗ


Μοιραστείτε το άρθρο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης

VIDEOS

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ