17 Φεβρουαρίου 1914: Η Ελληνική Βόρειος Ήπειρος Ανεξάρτητη

  17/02/2021  

Μοιραστείτε το άρθρο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης

Tης Συγγραφέως ″Φλόγα του Ταινάρου″

Ξημερώματα της 5ης Νοεμβρίου 1912. Βαριά συννεφιά και καταιγίδα στα Σπήλια της Χειμάρρας. Όμως μια λαμπρή ημέρα ξημερώνει για τη Βόρειο Ήπειρο. Από τον Ατμομυοδρόμωνα «Αχελώο» αποβιβάζονται τα παλικάρια του Χειμαρριώτη Ταγματάρχη Χωροφυλακής Σπύρου Σπυρομήλιου και 200 Κρήτες εθελοντές, χωρίς να συναντήσουν αντίσταση. Ο Ελληνικός πληθυσμός της Χειμάρρας εξεγείρεται κατά της οθωμανικής κατοχής και κηρύττει την Ένωση με την Ελλάδα. Πανικόβλητη η τουρκική φρουρά παραδίνεται. Ο Σπυρομήλιος υψώνει την γαλανόλευκη στο κάστρο της Χειμάρρας στις 2 το μεσημέρι. Το όνειρο αιώνων σκλαβιάς πραγματοποιείται.

Ο Σπυρομήλιος προτείνει στον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο την άμεση προώθηση των Ελληνικών Δυνάμεων προς τον Αυλώνα, αλλά αυτός αρνείται φοβούμενος την αντίδραση της Ιταλίας. Οι Χειμαρριώτες εθελοντές, αντιμετωπίζουν μόνοι τους τις επιθέσεις των Αλβανών και εδραιώνουν τις θέσεις τους στην παράκτια ζώνη μεταξύ των Αγίων Σαράντα και του Αυλώνα.

Επιτέλους, έρχεται η βοήθεια! Ο ένδοξος Ελληνικός Στρατός αγωνίζεται λίγο νοτιότερα «για τον αδελφό τον σκλαβωμένο και της Πατρίδος την Τιμή». Πρωί 7 Δεκεμβρίου 1912 το 12ο Σύνταγμα της 3ης Μεραρχίας μπαίνει θριαμβευτικά στην πόλη της Κορυτσάς. Ο Μητροπολίτης Γερμανός, οι πρόκριτοι της πόλης και όλοι οι κάτοικοι υποδέχονται με θερμές εκδηλώσεις τους απελευθερωτές. Μετά από αιώνες σκλαβιάς και ανείπωτης ταπείνωσης πανηγυρίζουν την Ανάστασή τους. 3 Mαρτίου 1913, 1130 το πρωί το 1ο Σύνταγμα Ιππικού της VIII Μεραρχίας, μπαίνει στο Αργυρόκαστρο, και λίγο αργότερα, στις 3 μ.μ. εισέρχεται στο Δέλβινο το Τάγμα Ευζώνων της VIII Μεραρχίας. Την επομένη (4 Μαρτίου) ο Ελληνικός στρατός απελευθερώνει την πόλη των Αγίων Σαράντα. 5 Μαρτίου, ύστερα από επική επέλαση, πάλι το 1ο Σύνταγμα Ιππικού απελευθερώνει το Τεπελένι. Ίδιες σκηνές ανείπωτης χαράς παντού. Η Βόρειος Ήπειρος ντύνεται απ’ άκρη σ’ άκρη στα γαλανόλευκα.

Αλλά οι Βαλκανικοί Πόλεμοι τελειώνουν. Έρχεται η ώρα των μεγάλων μας ″συμμάχων″. Ότι κερδίσαμε με αίμα προσπαθούν να μας το πάρουν με τη μελάνη της διεθνούς διπλωματίας. Ανέκαθεν μας φοβόντουσαν, ανέκαθεν μας ζήλευαν, ανέκαθεν δεν ήθελαν την Ελλάδα πραγματικά μεγάλη.

Ιταλία, Αυστροουγγαρία, Αγγλία, Γαλλία, Τουρκία, Βουλγαρία, ακόμα και η Ρουμανία, θέλουν μια ″ανεξάρτητη’’ Αλβανία, που θα συμπεριλαμβάνει τη Βόρειο Ήπειρο, για να έχουν τις δικές τους ζώνες επιρροής. Αλλά κυρίως δεν θέλουν μια μεγάλη, κυρίαρχη Ελλάδα. Με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου (29/7/13), γίνεται η ανακήρυξη της Αλβανίας σε ανεξάρτητο κράτος, χωρίς όμως να καθορισθούν τα όριά του, που θα ρυθμισθούν από τις Μεγάλες Δυνάμεις. Μάταια η Ελλάδα προσπαθεί να προβάλει το διεθνές δίκαιο της αυτοδιάθεσης των λαών. Το ″δίκαιο″ ισχύει όταν δεν είναι ενάντιο στα συμφέροντα των ισχυρών. Που να τολμήσουν να ρωτήσουν τον Λαό; Ξέρουν ότι στην οθωμανική απογραφή του 1908, από τους 500.000 κατοίκους της Ηπείρου, οι 380.000 (ποσοστό 76%), δήλωσαν Έλληνες Χριστιανοί. Τα ίδια στοιχεία, το ίδιο έτος, δίνει και το Ινστιτούτο Γεωγραφίας της Ρώμης,.

Έτσι ξεκινά, τον Σεπτέμβριο 1913, το έργο της η Επιτροπή για τον ακριβή καθορισμό των ελληνοαλβανικών συνόρων. Οι Βορειοηπειρώτες αντιδρούν. Στέλνουν αντιπροσωπείες στην επιτροπή που δεν τις δέχεται, αντίθετα καλοδέχεται επανειλημμένα αντιπροσωπείες των Αλβανών. Οι Βορειοηπειρώτες τους αγνοούν επίσης. Δεν παραδίδουν στους Αλβανούς τις ελεύθερες πόλεις τους. Στην Κορυτσά, αντί παράδοσης γίνεται, στις 5/10/1913, παρέλαση 3.500 περίπου μαθητών των Ελληνικών σχολείων της πόλης και στη συνέχεια εντυπωσιακή παρέλαση 2.500 ενόπλων. Μάλιστα αναγκάζονται τα μέλη της επιτροπής να την παρακολουθήσουν παρά τις σφοδρές αντιδράσεις τους. Σ' όλες τις μεγάλες πόλεις της Βόρειας Ηπείρου γίνονται μεγάλα συλλαλητήρια για ένωση με την Ελλάδα. Η Διεθνής Επιτροπή αρχίζει να διασπάται. Ιδιαίτερα ο Άγγλος εκπρόσωπος (Συνταγματάρχης Murray), εκφράζει την αγανάκτησή του για τη συμπεριφορά και τις επιδιώξεις των εκπροσώπων της Ιταλίας και της Αυστροουγγαρίας, οι οποίοι: «είχαν αποφασίσει να δημιουργήσουν μια ″μεγάλη″ Αλβανία, η οποία δεν υπήρξε ποτέ στο παρελθόν ούτε ως έθνος, ούτε ως φυλή, ούτε ως κράτος». Για να δηλώσει αργότερα σε διάλεξή του στο Λονδίνο: «Και να είχε ηττηθεί η Ελλάς δεν θα της επιβάλλονταν σκληρότεροι όροι για την Ήπειρο». Τελικά η επιτροπή φεύγει, στις 28/11/13, για τη Φλωρεντία, όπου στις 17/12/13 με το ομώνυμο πρωτόκολλο πάρθηκαν οι τελικές αποφάσεις για τη χάραξη των ελληνοαλβανικών συνόρων. Με την εγκληματική αυτή απόφαση των Μ. Δυνάμεων, οι Βόρειες περιοχές της Ηπείρου μετονομάστηκαν «Νότιος Αλβανία», οι δε Έλληνες Ηπειρώτες «Ελληνική Μειονότητα».

Η Ελλάδα είναι και πάλι διχασμένη. Ο Κωνσταντίνος απειλεί να παραιτηθεί από τον θρόνο για να αναλάβει τα ηνία του βορειοηπειρωτικού αγώνα. Η κυβέρνηση Βενιζέλου απαγορεύει τη διεξαγωγή συγκέντρωσης στην Αθήνα, υπέρ του Ελληνισμού της Βορείου Ηπείρου. Οι Βορειοηπειρώτες, παρ’ όλες τις πιέσεις της Ελληνικής Κυβέρνησης, για αποδοχή του Πρωτοκόλλου και για αυτονομία εντός της αλβανικής επικράτειας, επιμένουν στην Ένωση με την Ελλάδα. Οι Χειμαρριώτες, στέλνουν στις 24/1/1914, επιστολή στον Βασιλιά Κωνσταντίνο. Αναφέρουν μεταξύ άλλων: «… πώς θα ζήσωμεν Έλληνες ημείς υπό τους Αλβανούς, οίτινες ανετράφησαν να μας θεωρούσιν ως σκύλους του Κορανίου; Και γιατί θα υποδουλωθούμεν εις λαόν, όστις δεν επολέμησε δια την ελευθερίαν του;». Στις 25/1/1914, ο Σπυρομήλιος, στέλνει τηλεγράφημα διαμαρτυρίας: «Ενδεχόμενη διαταγή Κυβερνήσεως προς αφοπλισμόν ατιμάζει φυλήν». Οι ″σύμμαχοι″ απειλούν ωμά τον Βενιζέλο. Στις 31 Ιανουαρίου 1914, επιδίδεται στην Ελληνική Κυβέρνηση διακοίνωση των Μεγάλων Δυνάμεων, με την οποία διατυπωνόταν η αξίωση, μέσα σε καθορισμένη προθεσμία, να αποχωρήσει ο Ελληνικός Στρατός από τη Βόρειο Ήπειρο, διαφορετικά τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου δεν θα αποδίδονταν στην Ελλάδα Η Γενική Διοίκηση Ηπείρου διατάσει με εγκύκλιο την εκκένωση της Βορείου Ηπείρου από τον Ελληνικό Στρατό. Στην εγκύκλιο αναφέρει και τα εξής: «Να καταδιωχθεί οποιαδήποτε παράνομη ενέργεια εναντίον των Αλβανών». Δηλαδή ένα κράτος επίσημα καταδιώκει τους δικούς του πολίτες και προστατεύει τους υπηκόους ενός άλλου κράτους (σ.σ. όπως δυστυχώς και σήμερα, που κάθε απρόσκλητος αλλοδαπός έχει περισσότερα δικαιώματα από τους Έλληνες). Ο Βενιζέλος αντικαθιστά τον ηπειρωτικής καταγωγής διοικητή του Ε’ Σώματος Στρατού Αντιστράτηγο Παναγιώτη Δαγκλή, με τον Αναστάσιο Παπούλα, μετά από απαίτηση των Μεγάλων Δυνάμεων.

Η «Επιτροπή Εθνικής Αμύνης του Αργυροκάστρου» αποφασίζει να συγκληθεί Πανηπειρωτικό Συνέδριο. Πραγματοποιούνται, ως τις 5 Φεβρουαρίου, έξι συνεδριάσεις, στο Αργυρόκαστρο,. Λαμβάνεται ομόφωνη απόφαση για την οργάνωση ένοπλου αγώνα με σκοπό τη διασφάλιση της ανεξαρτησίας και της ένωσης με την Ελλάδα. 9/2/1914, οι στρατιωτικές αρχές διατάσουν τη σύλληψη του Σπυρομήλιου. Στο μεταξύ, η κατάσταση έχει εκτραχυνθεί καθώς Ελληνικά τμήματα έχουν εμπλακεί με αλβανικές συμμορίες. Δεν λείπουν και οι μικροσυμπλοκές με τον Ελληνικό Στρατό που αποχωρεί από τις 10/2/14. Οι Βορειοηπειρώτες όμως παραμένουν αταλάντευτοι στις αποφάσεις τους. Είναι εν όπλοις κύριοι στον τόπο τους. Συγκροτούν στις 15/2/14 Κυβέρνηση με Πρόεδρο τον Γεώργιο Χρηστάκη - Ζωγράφο.

Η Ελληνική Κυβέρνηση, διατάσσει την φρουρά του Αργυρόκαστρου να ″διευκολύνει″ την παράδοση της πόλης σε Ολλανδούς Αξιωματικούς που έχουν έρθει για να την παραλάβουν και να παρεμποδίσει την κήρυξη της αυτονομίας. Καταφθάνουν 2.000 έμπειροι Βορειοηπειρώτες. Οι Έλληνες στρατιώτες υπακούουν στο αίμα τους. Ενώνονται με τους Βορειοηπειρώτες αδελφούς τους. Στις 17 Φεβρουαρίου 1914 υψώνεται η Σημαία της Βορείου Ηπείρου, με τον δικέφαλο αετό και κυματίζει αγκαλιασμένος με τη γαλανόλευκη με τον σταυρό. Ανακηρύσσεται επίσημα Αυτόνομη Βόρειος Ήπειρος, που περιλαμβάνει: το Αργυρόκαστρο, τη Χειμάρρα, το Δέλβινο, τους Άγιους Σαράντα και την Πρεμετή.

Ο Γεώργιος Ζωγράφος μιλά στην καρδιά των Βορειοηπειρωτών: «…Ελευθέρα ήδη παντός δεσμού, μη δυνάμενη δε να συμβιώση, και δη υπό τοιούτους όρους, μετά της Αλβανίας, κηρύσσει η Βόρειος Ήπειρος την ανεξαρτησίαν της και προσκαλεί τους πολίτας της, όπως υποβαλλόμενοι εις πάσαν θυσίαν προασπίσωσι την ακεραιότητα του εδάφους και τας ελευθερίας της κατά πάσης προσβολής…» και καταλήγει: «οι Ηπειρώτες αρνούνται να αποδεχτούν τη μοίρα που τους επέβαλαν οι Δυνάμεις». Παράλληλα συγκροτείται Αυτονομιακός Στρατός, στον οποίο κατατάσσονται, εκτός από τους επιστρατευόμενους, και εθελοντές αξιωματικοί και οπλίτες από τον Ελληνικό Στρατό.

Αρχές Μαρτίου του 1914, αρχίζουν οι συγκρούσεις με την Αλβανική Χωροφυλακή στην περιοχή της Χειμάρρας. Γρήγορα επεκτείνονται και στις άλλες περιοχές της Βορείου Ηπείρου. Η Ελληνική Κυβέρνηση φοβούμενη να δυσαρεστήσει τις Μεγάλες Δυνάμεις, όχι μόνο είναι απρόθυμη να προσφέρει τη στήριξή στους εξεγερμένους, αλλά αντίθετα τους πολεμά! Την 1η Μαρτίου, ο Κοντούλης παραδίδει την Κορυτσά στη νεοσύστατη αλβανική χωροφυλακή, η οποία αποτελείται κυρίως από παλιούς λιποτάκτες του Οθωμανικού Στρατού και βρίσκεται υπό τις διαταγές Ολλανδών διοικητών. Στις 22 Μαρτίου, ένας ιερός λόχος προερχόμενος από την Βίγλιστα φτάνει στα περίχωρα της Κορυτσάς και ενώνεται με τις τοπικές ομάδες επαναστατών. Ξεκινούν βίαιες οδομαχίες. Ύστερα από πέντε ημέρες, οι δυνάμεις των αυτονομιστών παίρνουν τον έλεγχο της πόλης. Έρχονται 5.000 γκέγκηδες από την Άνω Αλβανία και περιζώνουν την πόλη. Η πόλη σκλαβώνεται ξανά. Ακολουθούν σφαγές, λεηλασίες, κάψιμο εκκλησιών. Αλλά στις 24 Ιουνίου 1914 οι αυτονομιακές δυνάμεις υπό την αρχηγία του Ταγματάρχου Γεωργίου Τσόντου Βάρδα μπαίνουν στην Κορυτσά θριαμβευτικά. Δίνουν τέλος στην Αλβανική σκλαβιά. Εν τω μεταξύ, στις 9 Μαρτίου, το ελληνικό ναυτικό οργανώνει θαλάσσιο αποκλεισμό του λιμανιού των Αγίων Σαράντα! Παντού σημειώνονται, μικροσυμπλοκές μεταξύ μονάδων του Ελληνικού Στρατού και Ηπειρωτών Επαναστατών, με απώλειες εκατέρωθεν. Ο Αυτονομιακός Στρατός, παρά τα οργανωτικά προβλήματα, τις ελλείψεις σε εφόδια και υλικά και την σχεδόν εχθρική στάση της Ελληνικής Κυβέρνησης, αντιμετωπίζει με επιτυχία τις καλύτερα εξοπλισμένες και οργανωμένες αλβανικές δυνάμεις, οι οποίες καθοδηγούνταν από Ευρωπαίους αξιωματικούς. Οι Βορειοηπειρώτες δίνουν σκληρές μάχες, αλλά προελαύνουν παντού. Οι νίκες τους αναγκάζουν τους Αλβανούς να ζητήσουν ανακωχή στις 24 Απριλίου. Πάλι ο Διεθνής παράγων προσπαθεί να ″κλέψει″ την οριστική νίκη από τα Ελληνικά όπλα. Αρχίζουν συνομιλίες, που καταλήγουν στην υπογραφή (από Ηπειρώτες και Αλβανούς) του Πρωτοκόλλου της Κέρκυρας στις 4 Μαΐου 1914, με το οποίο εξασφαλίζονται τα δικαιώματα των Βορειοηπειρωτών και παραχωρείται κάποιο είδος αυτονομίας σε όλες τις επαρχίες της Βορείου Ηπείρου, με βάση την κοινοτική αυτοδιοίκηση. Έτσι για πρώτη φορά υπάρχει επίσημη διεθνή αναγνώριση της Ελληνικότητας της Βορείου Ηπείρου.

Τα δεινά των αδελφών μας Βορειοηπειρωτών, που ο διακαής πόθος τους είναι να ενωθούν με τη μητέρα Ελλάδα, δεν τελειώνουν δυστυχώς εδώ. Οι Αλβανοί ουδέποτε σεβάστηκαν την υπογραφή τους, ενθαρρυνόμενοι από τις Μεγάλες Δυνάμεις. Η επίσημη Ελλάδα είναι σχεδόν πάντα απρόθυμη ή αδύναμη να βοηθήσει, υποτασσόμενη στα κελεύσματα των συμμάχων της.

Με την έκρηξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου ο Ελληνικός Στρατός επανέρχεται στη Βόρειο Ήπειρο τον Οκτώβριο του 1914. Για δεύτερη φορά γίνεται επίσημη διεθνής αναγνώριση της ελληνικότητας της Βορείου Ηπείρου. Η κυβέρνηση της Αυτόνομης Ηπείρου παραδίδει στις ελληνικές δυνάμεις τις επαρχίες της Βορείου Ηπείρου, θέτοντας ουσιαστικά τέλος στον ένοπλο αγώνα της, χωρίς όμως να έχει διευθετηθεί οριστικά το βορειοηπειρωτικό ζήτημα. Τους πρώτους μήνες του 1916, ο πληθυσμός της Βόρειας Ηπείρου συμμετέχει στις Ελληνικές Εκλογές και στέλνει 16 εκπροσώπους στο Κοινοβούλιο, στην Αθήνα. Αλλά τον Σεπτέμβριο του 1916, Γαλλία και Ιταλία προχωρούν στην από κοινού κατάληψη της Ηπείρου. Έρχεται ο Εθνικός διχασμός, η Μικρασιατική καταστροφή. Νέοι στυγνοί εκβιασμοί των ″Συμμάχων″, όλα λειτουργούν προς το συμφέρον της Αλβανίας, η οποία προσάρτησε την περιοχή, στις 9 Νοεμβρίου 1920. Δεν σέβεται το Πρωτόκολλο της Κέρκυρας, δεν αναγνωρίζει καμία αυτονομία, κλείνει μάλιστα όλα τα ελληνικά σχολεία, που παρέμειναν κλειστά ως το 1935. Ακολουθεί το έπος του ″ΟΧΙ″. Εφ’ όπλου λόγχη ο Ελληνικός Στρατός κατανικά Ιταλούς και Αλβανούς και ελευθερώνει για τρίτη φορά την Βόρειο Ήπειρο.

Ύστερα έρχεται ο ″βαρύς Χειμώνας″ της κατοχής από τους Ιταλούς και της ακόμα πιο δυσβάστακτης από το κουμουνιστικό καθεστώς του Ενβέρ Χότζα. Ο τιμώμενος από τους ελληνόφωνους κομουνιστές Χότζα, εφάρμοσε κατά το πρότυπο του Στάλιν κανονική γενοκτονία εις βάρος του Ελληνισμού της Βορείου Ηπείρου. Ολόκληρα χωριά εξορίστηκαν, εκκλησίες και σχολεία έκλεισαν, μοναστήρια έγιναν στρατώνες και στάβλοι. Βεβηλώθηκαν και καταστράφηκαν ακόμα και τα νεκροταφεία των ηρώων του ’40. Χιλιάδες ήρωες Βορειοηπειρώτες βασανίστηκαν και δολοφονήθηκαν από τη Σιγκουρίμι. Και μόνο για τον ήρωα Φίλιππο Παπαθανασίου θα μπορούσαν να γραφούν βιβλία ολόκληρα. Μετά τον Χότζα, η κατάσταση για τους Βορειοηπειρώτες μπορεί να βελτιώθηκε, αλλά τα δεινά τους δεν έπαψαν. Δεν είναι δυνατόν άλλωστε να ευημερεί μια σκλαβωμένη μειονότητα σε ένα αλλόθρησκο εχθρικό κράτος. Οι Αλβανοί σαν ″ευχαριστώ″ για το 1.500.000 ομοεθνών τους, που βρήκαν τη “γη της επαγγελίας” στην Ελλάδα (σ.σ. Αυτό το μεταναστευτικό κύμα, ήταν το μεγαλύτερο στον κόσμο κατ’ αναλογία κατοίκων), εξακολουθούν να ταλαιπωρούν και δολοφονούν τους Βορειοηπειρώτες. Χιλιάδες ληστείες, κλοπές και εκφοβισμοί στα μειονοτικά χωριά. Γκρέμισμα ολόκληρων οικισμών. Δημογραφική αλλοίωση. Συρρίκνωση της Ελληνικής Παιδείας. Και το χειρότερο δολοφονίες, σαν αυτές των ηρώων Αριστοτέλη Γκούμα και Κωνσταντίνου Κατσίφα. Δεν φταίνε όμως μόνο οι άλλοι, φταίμε και εμείς. Όλες οι ″δημοκρατικά″ εκλεγμένες ελλαδικές κυβερνήσεις, όχι μόνο εθελοτυφλούν αλλά βοηθούν να μπει η Αλβανία στο ΝΑΤΟ και στην Ε.Ε!

Συμπερασματικά βλέπουμε ότι το αίμα των ηρώων χαράσσει χρυσές σελίδες στην ένδοξη ιστορία της Ελλάδος, αλλά δυστυχώς η γραφίδα του ″διεθνούς παράγοντα″, που την κρατούν τα χέρια ντόπιων εντολοδόχων, χαράσσει τα σύνορά της. Πολλοί Ελληνικότατοι πληθυσμοί αφήνονται να στενάζουν αλυσοδεμένοι, διψώντας να βρεθούν στην αγκαλιά της Μητέρας Πατρίδος. Διαχρονικά, αλλά κυρίως τα τελευταία χρόνια, οι πολιτικάντηδες είχαν και έχουν ″άριστες″, σχεδόν δουλικές, σχέσεις με τους δυνάστες, του εκτός συνόρων Ελληνισμού, ″παραβλέποντας″ τα δεινά των Ελλήνων της Κύπρου, της Κωνσταντινούπολης, της Ίμβρου, της Τενέδου, του Μοναστηρίου, της Μακεδονίας του Πιρίν, ακόμα και των κρυπτοχριστιανών της Μικράς Ασίας και του Πόντου. Και βέβαια το Βορειοηπειρωτικό ζήτημα εξακολουθεί να παραμένει ανοικτό. Εκτός του “Πρωτόκολλου της Κέρκυρας”, δεν υπάρχει καμιά άλλη διεθνής πράξη. Η συνοριακή γραμμή Ελλάδος – Αλβανίας υφίσταται μόνο de facto και όχι de jure. Η Βόρειος Ήπειρος είναι γη Ελληνική!

Ευτυχώς σήμερα υπάρχουν οι «Έλληνες για την Πατρίδα». Με επικεφαλής τον άδικα φυλακισμένο Ηλία μας θα κάνουμε τον πολιτικό μας αγώνα για να έρθει η Λευτεριά, για τέταρτη φορά και οριστικά, στα σκλαβωμένα αδέλφια μας της Βόρειας Ηπείρου. Να μην είναι άδικα χυμένο το αίμα τόσων Ηρώων. Οι «Έλληνες για την Πατρίδα» φωνάζουν μ' όλη τη δύναμη της ψυχής τους ότι η κατάπτυστη συμφωνία των Πρεσπών πρέπει να πεταχτεί στον κάλαθο των αχρήστων της Ιστορίας. Είναι απαράδεκτο οι σκοπιανοί να αποκαλούνται «Μακεδόνες». Η Μητέρα Ελλάδα πρέπει να ενδιαφερθεί για τον Ελληνισμό του Μοναστηρίου. Οι "Έλληνες για την Πατρίδα" δεν λησμονούν τον διακαή εθνικό πόθο: Την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Οι "Έλληνες για την Πατρίδα" μπορούν να γίνουν η Εθνική Κυβέρνηση που θα διαφυλάξει τον ενεργειακό μας πλούτο σε όλη την Ελλάδα και θα καταστήσει το Αιγαίο μια Ελληνική λίμνη, όπως ακριβώς μας το παρέδωσε το θρυλικό θωρηκτό «Αβέρωφ».

Θα αγωνιστούμε όλοι μαζί για να ανακαλύψουμε πάλι τα χαμένα ιδανικά και αξίες μας. Θα ανυψώσουμε το καταρρακωμένο φρόνημα. Θα φέρουμε πάλι το χαμόγελο στα χείλη μας.

Οι «Έλληνες για την Πατρίδα» θα κάνουμε την Ελλάδα μας πάλι Ελληνική.


Μοιραστείτε το άρθρο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης